Μεταξύ μας… άραγε από
πού βγήκε η παροιμιώδης φράση «Τέρμα τα δίφραγκα»;
Λοιπόν, η ιστορία
ξεκινά πριν από πολλές δεκαετίες, τότε που στα αστικά λεωφορεία υπήρχαν
εισπράκτορες και το εισιτήριο δεν είχε ενιαία τιμή, αλλά καθοριζόταν από την
απόσταση. Ναι, όπως το διαβάζετε… από την απόσταση.
Τουτέστιν, ανάλογα με
τη διαδρομή, το εισιτήριο μπορούσε να κοστίζει, για παράδειγμα, 1,20 δραχμές,
1,50 δραχμές ή 2 δραχμές, το γνωστό δίφραγκο.
Τώρα θα μου πείτε, και
με το δίκιο σας, πού κολλάει η φράση «Τέρμα τα δίφραγκα»;
Κολλάει τη στιγμή που
το λεωφορείο πλησίαζε σε στάση όπου έληγε η ισχύς των εισιτηρίων συγκεκριμένης
αξίας, οπότε ο εισπράκτορας φώναζε «Τέρμα το μονόδραχμο» ή «Τέρμα τα δίφραγκα».
Αυτό, φίλοι μου, σήμαινε ότι όσοι είχαν πληρώσει δίφραγκο έπρεπε είτε να
κατέβουν είτε να πληρώσουν συμπληρωματικό εισιτήριο, για να συνεχίσουν τη
διαδρομή τους.
Υπάρχει, όμως, και μια άλλη εκδοχή, μια πιο παλιά, ιστορική εκδοχή, που συνδέεται με τη Λατινική Νομισματική Ένωση, στην οποία συμμετείχε και η Ελλάδα από το 1865 έως το 1927, κάτι που ίσως δεν γνωρίζατε, κι όμως τότε η ελληνική δραχμή είχε την ίδια αξία και περιεκτικότητα σε ασήμι με το γαλλικό φράγκο.
Έτσι, στο λαϊκό
λεξιλόγιο, το «φράγκο» σήμαινε τη δραχμή και το «δίφραγκο» το νόμισμα των δύο
δραχμών.
Όταν η ένωση διαλύθηκε
και η Ελλάδα βγήκε από αυτό το κοινό νομισματικό σύστημα, η φράση «τέρμα τα
φράγκα, τα δίφραγκα» αποτύπωσε, σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, και το τέλος μιας
περιόδου οικονομικής σταθερότητας.
Η φράση «Τέρμα τα δίφραγκα» έγινε τόσο δημοφιλής, που γυρίστηκε και ταινία, συγκεκριμένα η ελληνική κωμωδία Τέρμα τα δίφραγκα, με πρωταγωνιστές τον Βασίλης Αυλωνίτης και τον Νίκος Ρίζος, η οποία, φυσικά, βοήθησε ακόμη περισσότερο στην καθιέρωση της έκφρασης.
Μεταξύ μας… είτε
ακουγόταν μέσα σε ένα παλιό λεωφορείο είτε γεννήθηκε μέσα από μια ολόκληρη
εποχή, η φράση «Τέρμα τα δίφραγκα» κουβαλά κάτι πολύ οικείο, εκείνη τη στιγμή
που ξέρεις πως μέχρι εδώ ήταν.
Βάνα Σμπαρούνη
