Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΦΡΑΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΦΡΑΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

«Τέρμα τα δίφραγκα»: όταν ο εισπράκτορας έγραφε ατάκες

 


Μεταξύ μας… άραγε από πού βγήκε η παροιμιώδης φράση «Τέρμα τα δίφραγκα»;

Λοιπόν, η ιστορία ξεκινά πριν από πολλές δεκαετίες, τότε που στα αστικά λεωφορεία υπήρχαν εισπράκτορες και το εισιτήριο δεν είχε ενιαία τιμή, αλλά καθοριζόταν από την απόσταση. Ναι, όπως το διαβάζετε… από την απόσταση.

Τουτέστιν, ανάλογα με τη διαδρομή, το εισιτήριο μπορούσε να κοστίζει, για παράδειγμα, 1,20 δραχμές, 1,50 δραχμές ή 2 δραχμές, το γνωστό δίφραγκο.

Τώρα θα μου πείτε, και με το δίκιο σας, πού κολλάει η φράση «Τέρμα τα δίφραγκα»;

Κολλάει τη στιγμή που το λεωφορείο πλησίαζε σε στάση όπου έληγε η ισχύς των εισιτηρίων συγκεκριμένης αξίας, οπότε ο εισπράκτορας φώναζε «Τέρμα το μονόδραχμο» ή «Τέρμα τα δίφραγκα». Αυτό, φίλοι μου, σήμαινε ότι όσοι είχαν πληρώσει δίφραγκο έπρεπε είτε να κατέβουν είτε να πληρώσουν συμπληρωματικό εισιτήριο, για να συνεχίσουν τη διαδρομή τους.

 
Το τραγούδι συνέβαλε στη διάδοση της φράσης.

Υπάρχει, όμως, και μια άλλη εκδοχή, μια πιο παλιά, ιστορική εκδοχή, που συνδέεται με τη Λατινική Νομισματική Ένωση, στην οποία συμμετείχε και η Ελλάδα από το 1865 έως το 1927, κάτι που ίσως δεν γνωρίζατε, κι όμως τότε η ελληνική δραχμή είχε την ίδια αξία και περιεκτικότητα σε ασήμι με το γαλλικό φράγκο.

Έτσι, στο λαϊκό λεξιλόγιο, το «φράγκο» σήμαινε τη δραχμή και το «δίφραγκο» το νόμισμα των δύο δραχμών.

Όταν η ένωση διαλύθηκε και η Ελλάδα βγήκε από αυτό το κοινό νομισματικό σύστημα, η φράση «τέρμα τα φράγκα, τα δίφραγκα» αποτύπωσε, σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, και το τέλος μιας περιόδου οικονομικής σταθερότητας.

Η φράση «Τέρμα τα δίφραγκα» έγινε τόσο δημοφιλής, που γυρίστηκε και ταινία, συγκεκριμένα η ελληνική κωμωδία Τέρμα τα δίφραγκα, με πρωταγωνιστές τον Βασίλης Αυλωνίτης και τον Νίκος Ρίζος, η οποία, φυσικά, βοήθησε ακόμη περισσότερο στην καθιέρωση της έκφρασης.

Μεταξύ μας… είτε ακουγόταν μέσα σε ένα παλιό λεωφορείο είτε γεννήθηκε μέσα από μια ολόκληρη εποχή, η φράση «Τέρμα τα δίφραγκα» κουβαλά κάτι πολύ οικείο, εκείνη τη στιγμή που ξέρεις πως μέχρι εδώ ήταν.

Βάνα Σμπαρούνη





Continue Reading
Δεν υπάρχουν σχόλια
Share:

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Μην κάνεις την πάπια! (Και όμως… φταίει το Βυζάντιο)

Μην κάνεις την πάπια! (Και όμως… φταίει το Βυζάντιο)😄🦆 

Η πάπια σιωπά… αλλά τα κλειδιά δεν ψιθυρίζουν!» 🦆🔑

Μην κάνεις την πάπια!
(Και όμως… φταίει το Βυζάντιο)

Μια μικρή ιστορία που κρύβεται μέσα σε μια καθημερινή φράση.

 

«Μην κάνεις την πάπια!»
Πόσες φορές το έχουμε πει — ή το έχουμε ακούσει; Κι όμως, πίσω από αυτή τη φαινομενικά αθώα φράση κρύβεται ένας… βυζαντινός αξιωματούχος.

Τη λέμε όταν κάποιος ξέρει, αλλά κάνει πως δεν ξέρει. Όταν ακούει, καταλαβαίνει, βλέπει… και όμως σιωπά, κοιτάζοντας αλλού με το πιο αθώο βλέμμα του κόσμου.

Κι όμως, η πάπια δεν είχε καμία πρόθεση να μπλέξει σε αυτή την ιστορία.

Για να βρούμε την άκρη του νήματος πρέπει να ταξιδέψουμε αρκετούς αιώνες πίσω, στο Βυζάντιο. Εκεί όπου τα παλάτια είχαν βαριές πόρτες, μακριούς διαδρόμους και μυστικά που περπατούσαν σιωπηλά από αίθουσα σε αίθουσα.

Στο παλάτι υπήρχε ένας αξιωματούχος με έναν κάπως παράξενο τίτλο: ο Παπίας.
Ήταν ο κλειδοκράτορας του παλατιού. Ο άνθρωπος που κρατούσε τα κλειδιά των αιθουσών και των πυλών.

Αυτό σήμαινε πως περνούσε παντού. Έβλεπε ποιος έμπαινε, ποιος έβγαινε, ποιος ψιθύριζε πίσω από κλειστές πόρτες. Με άλλα λόγια, ο Παπίας ήξερε πολλά. Πάρα πολλά.

Μόνο που υπήρχε ένας άγραφος κανόνας:
έπρεπε να σωπαίνει.

Έτσι έμαθε να ακούει χωρίς να μιλά, να γνωρίζει χωρίς να αποκαλύπτει και, όταν τον ρωτούσαν κάτι, να υψώνει τους ώμους σαν να μην ξέρει απολύτως τίποτα.

Και κάπως έτσι, οι άνθρωποι άρχισαν να λένε για όποιον προσποιείται άγνοια πως «κάνει τον Παπία».

Οι λέξεις όμως έχουν τη δική τους ζωή. Με τον χρόνο αλλάζουν, κονταίνουν, μεταμορφώνονται. Και κάπου μέσα στους αιώνες, ο Παπίας έγινε… πάπια.

Και να που σήμερα, σε μια απλή καθημερινή κουβέντα, κατηγορούμε ένα συμπαθέστατο πουλί για μια παλιά βυζαντινή συνήθεια.

Και να που μια απλή καθημερινή φράση κρύβει μέσα της έναν βυζαντινό διάδρομο, λίγα κλειδιά που κουδουνίζουν… και πολλή σιωπή.

Μεταξύ μας…
όλοι κάποια στιγμή έχουμε κάνει την πάπια. Όχι γιατί δεν ξέραμε, αλλά γιατί μερικές φορές η σιωπή μοιάζει πιο εύκολη από την εξήγηση.
Κι έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, συνεχίζουμε μια μικρή βυζαντινή παράδοση μέσα στις καθημερινές μας κουβέντες.

Και κάπου, βαθιά μέσα στις λέξεις, ένας παλιός κλειδοκράτορας εξακολουθεί να κρατά τα μυστικά του… σιωπηλός σαν πάπια. 🦆

Οι φράσεις έχουν μνήμη… κι εμείς απλώς τους δίνουμε φωνή.🗣️✍️


Continue Reading
Δεν υπάρχουν σχόλια
Share:

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Ιστορίες μέσα στις λέξεις — Πώς το «Τάλυ-Χο!» έγινε Σόχο

Ιστορίες μέσα στις λέξεις — Πώς το «Τάλυ-Χο!» έγινε Σόχο 


Στη στήλη Ιστορίες μέσα στις λέξεις εξερευνούμε τις πολιτισμικές και ιστορικές διαδρομές που κρύβονται πίσω από γνωστές λέξεις, φράσεις και ονομασίες.



Ιστορίες μέσα στις λέξεις — Πώς το «Τάλυ-Χο!» έγινε Σόχο 

Στην καρδιά του υπάρχει μια περιοχή που σήμερα συνδέεται με τέχνη, νυχτερινή ζωή και πολιτισμική ποικιλομορφία: το .

Όμως το όνομά του δεν γεννήθηκε από καλλιτεχνικές σκηνές ή σύγχρονες ιστορίες. Οι ρίζες του επιστρέφουν αιώνες πίσω, στην εποχή του .

Λέγεται πως η περιοχή ήταν κάποτε κυνηγότοπος του βασιλιά. Όταν ο Ερρίκος εντόπιζε ελάφι κατά τη διάρκεια του κυνηγιού, φώναζε δυνατά «Τάλυ-Χο!» — μια κραυγή ενθουσιασμού που σηματοδοτούσε το κυνήγι του μεγαλύτερου θηράματος. Όταν όμως έβλεπε μικρότερα ζώα, η φωνή του άλλαζε: «Σο-Χο!».

Με τον χρόνο, οι φωνές αυτές δεν έμειναν απλώς ως κραυγές στο δάσος. Η επαναλαμβανόμενη χρήση της φράσης «Σο-Χο!» συνδέθηκε με τον τόπο και σταδιακά μετατράπηκε στο όνομα της περιοχής που γνωρίζουμε σήμερα.

Είναι εντυπωσιακό πώς μια λέξη που ξεκίνησε ως αυθόρμητη κραυγή κυνηγιού κατέληξε να σηματοδοτεί έναν από τους πιο ζωντανούς και πολυπολιτισμικούς χώρους του Λονδίνου. Από βασιλικά δάση μέχρι θέατρα, μουσική και δημιουργία — η ιστορία του Σόχο κουβαλά στρώματα χρόνου μέσα σε μόλις δύο συλλαβές.

Μεταξύ μας…
πόσες λέξεις γύρω μας άραγε κρύβουν παρόμοιες ιστορίες; Πόσα ονόματα, δρόμοι και τόποι γεννήθηκαν από μια στιγμή, μια φωνή ή ένα απλό γεγονός;

Και ίσως αυτό να είναι το πιο όμορφο κομμάτι της ιστορίας: ότι πίσω από κάτι τόσο καθημερινό όσο ένα τοπωνύμιο, μπορεί να υπάρχει μια βασιλική κραυγή που ταξίδεψε στον χρόνο.

 









Continue Reading
Δεν υπάρχουν σχόλια
Share:

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Κάθε φράση και μια ιστορία

 

Κάθε φράση και μια ιστορία...Ναι, μια ιστορία που την κουβαλάει από  παλιά, πολύ παλιά...

Αλήθεια έχετε ποτέ αναρωτηθεί ποια είναι η ιστορία της φράσης "Άρτζιμπούρτζι και λουλάς"; Μήπως από κάποιο μεσαιωνικό ουσιαστικό; Η φράση "Τα μυαλά σου και μια λίρα και του Μπογιατζή  ο κόπανος" μήπως σε κάποιον Αλβανό κύριο φοροεισπράκτορα Κιουλάκ Βογιατζή; Και η φράση "Τα ίδια Παντελή μου, τα ίδια Παντελάκη μου" σε ποιον οφείλεται; Σίγουρα σε κάποιον κύριο, αλλά σε ποιόν; Τι ρόλο έπαιξαν οι γερολεβέντες παλιοί πολεμιστές επί εποχής Όθωνα ώστε να βγει η φράση "Σιγά τον πολυέλαιο" 

Αρτζιμπούρτζι και λουλάς

Προέρχεται από το μεσαιωνικό ουσιαστικό αρτσιβούριον, κι αυτό από το αρμενικό arats-havoth = μηνυτής, αγελιαφόρος. Αναφέρεται στην πρώτη εβδομάδα του Τριωδίου, στη διάρκεια της οποίας οι Αρμένιοι ακολουθούν αυστηρότατη νηστεία Οι Βυζαντινοί αντιμετώπιζαν με εχθρότητα αυτή τη συνήθεια, μάλιστα η μονή Μάμαντος επέμενε στην κατανάλωση αυγών και τυριού κατά τη διάρκεια αυτής της εβδομάδας, για να διαχωριστεί από την αίρεση των Αρτζιβουρίων.
Η λέξη κατέληξε να γίνει συνώνυμη με την αταξία και την πλήρη ακαταστασία, γιατί οι Βυζαντινοί προσπαθώντας να ερμηνεύσουν την καθιέρωση αυτής της νηστείας, το έκαναν με πολλούς και συχνά παράλογους τρόπους με αποτέλεσμα να επικρατήσει σύγχυση. Αργότερα στο αρτζιμπούρτζι προστέθηκε η λέξη λουλάς για να ενταθεί εκφραστικά η σύγχυση.

πηγή:http://tisimainei.blogspot.com/
Του μπήκαν ψύλλοι στ’ αφτιά
Οι Βυζαντινοί ήταν άφταστοι στο να εφευρίσκουν πρωτότυπες τιμωρίες. Όταν έπιαναν κάποιον να κρυφακούει, του έριχναν ζεματιστό λάδι στ’ αφτιά και τον κούφαιναν. Για τους «ωτακουστές» -όπως τους έλεγαν τότε αυτούς- ο αυτοκράτορας lουλιανός αισθανόταν φοβερή απέχθεια. Μπορούσε να συγχωρέσει έναν προδότη, αλλά έναν «ωτακουστή» ποτέ. Ο ίδιος έγραψε έναν ειδικό νόμο γι’ αυτούς, ζητώντας να τιμωρούνται με μαρτυρικό θάνατο. Μα όταν τον έστειλε στη Σύγκλητο, για να τον εγκρίνει, εκείνη τον απέρριψε, γιατί θεώρησε ότι το αμάρτημα του «ωτακουστή» δεν ήταν και τόσο μεγάλο. Είπαν δηλαδή -οι Συγκλητικοί- ότι η περιέργεια είναι φυσική στον άνθρωπο και ότι αυτός που κρυφακούει, είναι, απλώς, περίεργος. Μπορεί να κάνει την κακή αυτή πράξη, αλλά χωρίς να το θέλει. Έτσι βρήκαν την ευκαιρία να καταργήσουν και το καυτό λάδι και ζήτησαν να τους επιβάλλεται μικρότερη ποινή. Ο lουλιανός θύμωσε, μα δέχτηκε να αλλάξουν το σύστημα της τιμωρίας με κάτι άλλο που, ενώ στην αρχή φάνηκε αστείο, όταν μπήκε σε εφαρμογή, αποδείχθηκε πως ήταν αφάνταστα τρομερό. Έβαζαν δηλαδή στ’ αφτιά του ωτακουστή…
ψύλλους! Τα ενοχλητικά ζωύφια, έμπαιναν βαθιά στο λαβύρινθο του αφτιού κι άρχιζαν να χοροπηδούν, προσπαθώντας να βρουν την έξοδο. Φυσικά, ο δυστυχισμένος που δοκίμαζε αυτή την τιμωρία, έφτανε πολλές φορές να τρελαθεί. Από τότε, ωστόσο, έμεινε η φράση «του μπήκαν ψύλλοι στ’ αφτιά», που σήμερα
έφτασε να σημαίνει, ότι μου μπαίνουν υποψίες στο μυαλό για κάτι.
Βγήκε ασπροπρόσωπος
Ένας Οθωμανός στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας, ήθελε να πάει στη Μέκκα, για να προσκυνήσει. Βρήκε, λοιπόν έναν συγχωριανό του Οθωμανό και του άφησε τα πενήντα του πρόβατα να τα προσέχει μέχρις ότου γυρίσει.
Την άλλη μέρα, όταν είχε κιόλας αναχωρήσει ο φίλος του για το μεγάλο ταξίδι της Μέκκας βρήκε την ευκαιρία και πούλησε τα πρόβατα, που του είχε αφήσει να τα φυλάει.  Όταν με τον καιρό
επέστρεψε ο γείτονάς του από τη Μέκκα, πήρε μια «τσανάκα» γιαούρτι και το πήγε στο φίλο του, για να τον καλωσορίσει και να του πει πως αυτό το γιαούρτι είναι, ότι έμεινε από τα πενήντα του πρόβατα. 
Τούτο δε έγινε, όπως του είπε, γιατί έμαθε από άλλους συνταξιδιώτες του ότι είχε αρρωστήσει από πανώλη και αφού έδωσε τα μισά πρόβατα στους φτωχούς παρακάλεσε τον Αλλάχ να τον κάνει καλά. Τα δε άλλα μισά τα έδωσε προ ημερών στους φτωχούς, γιατί έμαθε ότι ο Αλλάχ τον έκανε καλά και γυρίζει πίσω στην πατρίδα.Αλλά, όταν τον άκουσε να του λέει τα ψέματα αυτά, τόσο αγανάκτησε, που πήρε την «τσανάκα» με το γιαούρτι και του την πέταξε στα μούτρα, λέγοντάς του να ξεκουμπιστεί από το σπίτι του. Αυτός τότε, έφυγε απαθέστατα. Όταν κάποιος άλλος συγχωριανός του τον ρώτησε που τον είδε βγαίνοντας από το σπίτι, γιατί είναι έτσι άσπρο το πρόσωπό του απάντησε: «Α, φίλε μου, όποιος δίνει καλό λογαριασμό, βγαίνει ασπροπρόσωπος». Αυτή είναι μια από τις επικρατέστερες εκδοχές, απ’ την οποία έμεινε ηφράση «βγήκε ασπροπρόσωπος», που την λέμε σήμερα, όταν κάποιος βγαίνει αλώβητος από μια δοκιμασία, μια δύσκολη περιπέτεια, ένα μπλέξιμο. Λέμε επίσης και «τον έβγαλε ασπροπρόσωπο», εννοώντας πως κάποιος δικαιώνει κάποιον άλλον που πίστεψε σ’ αυτόν.
Τα μυαλά σου και μια λίρα και του Μπογιατζή ο κόπανος
Την εποχή της Τουρκοκρατίας υπήρχε στην Αθήνα ένας Αλβανός
φοροεισπράκτορας, που γύριζε στα διάφορα σπίτια των Χριστιανών και μάζευε τον καθιερωμένο κεφαλικό φόρο. Ονομαζόταν Κιουλάκ Βογιατζή. Ήταν δύο μέτρα περίπου
ψηλός και το άγριο πρόσωπο του ήταν κατάμαυρο και βλογιοκομμένο. Οι Έλληνες, μόνο που τον έβλεπαν, τους κοβόταν η ανάσα. 
Ο λόρδος Βύρωνας που τον γνώρισε από κοντά, γράφει ότι έμοιαζε σαν δαίμονας, που ξεπήδησε από την κόλαση κι ότι τα παιδιά πάθαιναν ίλιγγο τρόμου, όταν τον αντίκριζαν, ξαφνικά μπροστά τους. Ο Κιουλάκ Βογιατζή κρατούσε πάντοτε στα χέρια του ένα κοντόχοντρο κόπανο και με αυτόν απειλούσε τους χριστιανούς. Έλεγε, δηλαδή ότι θα τους σπάσει το κεφάλι, αν δεν του έδιναν μια χρυσή λίρα ή δύο φλουριά, όπως απαιτούσε ο κεφαλικός φόρος κάθε έξι μήνες. Ο Αλβανός, όμως αυτός ήταν τόσο κουτός, ώστε δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τα διάφορα νομίσματα της εποχής εκείνης. Έτσι, πολλοί Έλληνες που δεν είχαν να πληρώσουν, του έδιναν μερικές μπρούτζινες δεκάρες, που τις γυάλιζαν προηγούμενα, για να φαίνονται χρυσές και τον ξαπόστελναν. Από τότε, λοιπόν, έμεινε η φράση «Τα μυαλά σου και μια λίρα και του μπογιατζή ο κόπανος», που τη λέμε συνήθως για τους ελαφρόμυαλους. Μπογιατζής δεν ήταν άλλος από τον Κιουλάκ Βογιατζή με τον κόπανό του.
Πλήρωσε τα μαλιά της κεφαλής του
Οι φόροι πριν από τον 19ο αιώνα ήταν τόσοι πολλοί στην Ελλάδα, ώστε, όσοι δεν είχαν να πληρώσουν, έβγαιναν στο βουνό. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους φόρους, υπήρξε και ένας τον οποίον πλήρωνα όσοι είχαν μακρυά…μαλλιά! Για τη φοβερή αυτή φορολογία, ο ιστορικός Χριστόφορος Άγγελος, γράφει τα εξής χαρακτηριστικά: «Οι επιβληθέντες φόροι ήσαν αναρίθμητοι, αλλά και άνισοι. Έκτος της δεκάτης, του εγγείου και της διακατοχής των ιδιοκτησιών, εκάστη οικογένεια κατέβαλε χωριστά φόρον καπνού εστίας), δασμόν γάμου, δούλου και δούλης, καταλυμάτων, επαρχιακών εξόδων, καφτανίων, καρφοπετάλλων καί άλλων εκτάκτων. Ενώ δε ούτω βαρείς καθ’ εαυτούς ήσαν οι επιβληθέντες φόροι, έτι βαρύτερους καί αφόρητους καθίστα ο τρόπος της εισπράξεως και η δυναστεία των αποστελλομένων προς τούτο υπαλλήλων ή εκμισθωτών. Φόρος ωσαύτως ετίθετο επί των ραγιάδων (ραγιάς=υπόδουλος εκ της τουρκικής λέξεως “raya”) εκείνων οίτινες έτρεφον μακράν κόμην». Από τον τελευταίο αυτόν φόρο, έμεινε παροιμιώδης η φράση «Πλήρωσε τα μαλλιά της κεφαλής του», την οποία λέμε σήμερα για κάτι που πληρώνουμε πολύ ακριβά. 
Σιγά τον πολυέλαιο!
Βρισκόμαστε στα χρόνια του Όθωνα. Ο Βαυαρός βασιλιάς, που ντυνόταν με φουστανέλες και φέσι και στις πιο επίσημες εμφανίσεις του, μαζί με τη βασίλισσα Αμαλία οργάνωναν συχνά γιορτές στ’ Ανάκτορα. Η πιο διαλεχτή κοινωνία εκείνον
τον καιρό ήταν, βέβαια, οι επιζώντες και οι απόγονοι των αγωνιστών του ‘21, μαζί με τους ξένους αυλικούς, που ήρθαν στην Ελλάδα, συνοδεύοντας τον Όθωνα. Το ότι στους απλούς αυτούς ανθρώπους ήταν άγνωστη η δυτική εθιμοτυπία, εκτός
ελαχίστων εξαιρέσεων, δε μείωνε καθόλου τη μεγαλοπρέπεια και την ομορφιά των συγκεντρώσεων ούτε την οικειότητα με τους ξένους αξιωματικούς, που ήταν πάντα θαυμαστές κάθε ελληνικής εκδήλωσης. Το κέφι, λοιπόν, έφθανε πολύ γρήγορα στο κατακόρυφο με τους ελληνικούς χορούς, που με ζήλο προσπαθούσαν να μάθουν και οι ξένοι. Κι εδώ ακριβώς είναι
το σημείο που μας ενδιαφέρει. Οι γερολεβέντες παλιοί πολεμιστές, στον ενθουσιασμό τους, τραβούσαν κι άδειαζαν προς το ταβάνι τα κουμπούρια τους. Κι ακόμα σε καμιά «γυροβολιά», όταν το απαιτούσε η φιγούρα του χορού, έβγαζαν και το τσαρούχι, εκσφενδονίζοντάς το προς τα πάνω. Αλλά τις αίθουσες των Ανακτόρων τις φώτιζαν κρυστάλλινοι πολυέλαιοι και
κηροστάτες. Στο κρίσιμο, λοιπόν, αυτό σημείο, ακουγόταν ψιθυριστά και με τη συνοδεία ενός ευγενικού χαμόγελου, φιλική «παραίνεση» κάποιου γνωστού των Ανακτόρων προς τον ενθουσιώδη χορευτή: «Σιγά τον πολυέλαιον!».
Τα ίδια Παντελάκη μου τα ίδια Παντελή μου
Η παροιμιώδης αυτή έκφραση, οφείλεται σε έναν Κρητικό, που ονομάζονταν Παντελής Αστραπογιαννάκης. Όταν οι Ενετοί κυρίευσαν τη Μεγαλόνησο, αυτός πήρε τα βουνά μαζί με μερικούς τολμηρούς συμπατριώτες του. Από εκεί κατέβαιναν τις νύχτες και χτυπούσαν τους κατακτητές μέσα στα κάστρα τους. Για να δίνει, ωστόσο, κουράγιο στους νησιώτες, τους υποσχόταν ότι θα ελευθέρωναν γρήγορα την Κρήτη. Με το σήμερα, όμως, και με το αύριο, ο καιρός περνούσε και η κατάσταση του νησιού αντί να καλυτερεύει, χειροτέρευε. Οι Κρητικοί άρχισαν ν’ απελπίζονται. Μα ο Αστραπογιαννάκης δεν έχανε το θάρρος του, εξακολουθούσε να τους δίνει ελπίδες για σύντομη απελευθέρωση. Οι συμπατριώτες του, όμως, δεν τα πίστευαν πια. Όταν, λοιπόν, το ασύγκριτο εκείνο παλικάρι πήγαινε να τους μιλήσει, όλοι μαζί του έλεγαν: «Ξέρουμε τι θα πεις. Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μoυ!». Έτσι προέκυψε και η αντίστοιχη παροιμιώδης φράση, η οποία υποδηλώνει μια κατάσταση, συνήθως ανεπιθύμητη, η οποία παραμένει αμετάβλητη.
Κάποιος φούρνος θα γκρέμισε
Είναι γνωστό και το ανέκδοτο του Κολοκοτρώνη με τον Άγγλο φιλέλληνα Κνόου. Ο τελευταίος, που μιλούσε αρκετά καλά τη γλώσσα μας και θαύμαζε το Γέρο για την τόλμη και την εξυπνάδα του, τον ρώτησε κάποτε, αν το χωριό που
γεννήθηκε ήταν μεγάλο.
– Όχι και τόσο, αποκρίθηκε ο Κολοκοτρώνης. Δεν πιστεύω να έχει παραπάνω από εκατό
φούρνους…
Ο Άγγλος, που δεν ήξερε ότι με το «φούρνος» εννοούσε «σπίτι», τον κοίταξε ξαφνιασμένος.
– Και δεν είσαι ευχαριστημένος, στρατηγέ; τον ρώτησε. Εμένα το δικό μου χωριό δεν έχει περισσότερους από δυο φούρνους!
– Βρε τον κακομοίρη! είπε τότε ο Κολοκοτρώνης. Και πώς ζεις σε τέτοια μοναξιά; Όταν λοιπόν στα χωριά αυτά πέθαινε κανένας νοικοκύρης, οι φίλοι του έλεγαν: «Ο φούρνος του μπάρμπα Νότη γκρέμισε», εννοώντας ότι με το θάνατο το αρχηγού της οικογένειας, το σπίτι του γκρέμιζε, χανόταν.Από τη μεταφορική λοιπόν αυτή φράση, βγήκε η έκφραση «Κάποιος φούρνος γκρέμισε», ή «Κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε» που τη λέμε σήμερα, άγνωστο γιατί, όταν μας επισκέπτεται κάποιος, που έχουμε να δούμε πολύ καιρό.
Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει
Ο Θυμιούλας έτρωγε στην καθισιά του ολόκληρο αρνί, αλλά και πάλι σηκωνόταν πεινασμένος. Έπινε όμως και πολύ. Παρόλα αυτά ήταν εξαιρετικά ευκίνητος, δε λογάριαζε τον κίνδυνο κι όταν έβγαινε στο πεδίο της μάχης, ο εχθρός μόνο που τον έβλεπε, τρόμαζε στη θέα του. Πολλοί καπεταναίοι, μάλιστα, όταν ήθελαν να κάνουν καμιά τολμηρή επιχείρηση, ζητούσαν από τον Κολοκοτρώνη να τους τον…δανείσει! Κάποτε ωστόσο, ο Θυμιούλας, μαζί με άλλους πέντε συντρόφους του,πολιορκήθηκαν στη σπηλιά ενός βουνού. Και η πολιορκία κράτησε κάπου τρεις μέρες. Στο διάστημα αυτό, είχαν τελειώσει τα λιγοστά τρόφιμα που είχαν μαζί τους οι αρματολοί και ο Θυμιούλας άρχισε να υποφέρει αφάνταστα. Στο τέλος, βλέποντας ότι θα πέθαινε από την πείνα, αποφάσισε να κάνει μια ηρωική εξόρμηση, που ισοδυναμούσε με αυτοκτονία. Άρπαξε το χαντζάρι του, βγήκε από τη σπηλιά και με απίστευτη ταχύτητα, άρχισε να τρέχει ανάμεσα στους πολιορκητές, χτυπώντας δεξιά και αριστερά. Ο εχθρός σάστισε, προκλήθηκε πανικός και τελικά τρόμαξε και το ‘βαλε στα πόδια. Έτσι, γλίτωσαν όλοι τους.Ο Θυμιούλας κατέβηκε τότε σ’ ένα ελληνικό χωριό, έσφαξε τρία αρνιά και τα σούβλισε. Ύστερα παράγγειλε και του έφεραν ένα «εικοσάρικο» βαρελάκι κρασί κι έπεσε με τα μούτρα στο φαγοπότι. Φυσικά, όποιος χριστιανός περνούσε από κει, τον φώναζε, για να τον κεράσει. Πάνω στην ώρα, έφτασε και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ρώτησε να μάθει, τι συμβαίνει."Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει!" απάντησε ο προεστός του χωριού.  Όπως λένε,αυτή η φράση, αν και παλιότερη, έμεινε από αυτό το περιστατικό. Παραπλήσιανείναι και η αρχαιότερη έκφραση: «Αυτός αυτόν αυλεί».
πηγή:https://ex-amaxis.gr/




Continue Reading
Δεν υπάρχουν σχόλια
Share: